Επινιανά Ευρυτανίας: Το μπαλκόνι των Αγράφων
Τις πρώτες μέρες της άνοιξης του 1925 φωνές χαράς ακούστηκαν από το μικρό σπίτι του Δημήτρη του τσέλιγκα στο χωριό Επινιανά. Τις φωνές ακολούθησε το κλάμα ενός μωρού. Η γυναίκα του Δημήτρη, η Βασιλική, είχε μόλις φέρει στον κόσμο ένα ακόμα παιδί. Το βάφτισαν και το είπαν Θεόδωρο.
Ο Θεόδωρος Χρύσανθος ήταν ο παππούς μου. Γεννήθηκε πριν από εκατό χρόνια σε αυτό το μικρό χωριό των Αγράφων που βασιλεύει το έλατο και η καρυδιά. Αργότερα η οικογένεια έφυγε αναζητώντας καλύτερα βοσκοτόπια στον κάμπο της Αιτωλοακαρνανίας. Μεγάλος άντρας πια ο παππούς μου παντρεύτηκε και έχτισε το σπίτι του στο χωριό Λεσίνι της Αιτωλοακαρνανίας. Η ζωή στάθηκε σκληρή μαζί του αλλά σαν άλλος μυθικός αετός ο γέροντας αναγεννήθηκε από τις στάχτες του και προχώρησε μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Πέθανε εν ειρήνη το 2016 στα ενενήντα ένα του. Τον αγάπησα πολύ και στάθηκε πολλά πράγματα για μένα, αλλά, κυρίως αυτό, στάθηκε παράδειγμα αντοχής και αντιμετώπισης των τραγικών καταστάσεων που είναι πάντα μέρος της ζωής του ανθρώπου.
Φέτος, το 2025, στις 28 Μαρτίου, τη μέρα που πριν από έναν αιώνα είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου, συνέβη ενα γεγονός που δεν θα περιγράψω εδώ, αλλά πρόκειται για την οριστική επίλυση ενός θέματος που αποτέλεσε προσβολή για αυτόν όσο ζούσε. Πέθανε χωρίς να δικαιωθεί, κι όμως, εννιά χρόνια μετά, ανήμερα των γενεθλίων του, η ζωή τα έφερε έτσι που η αλήθεια και η τάξη αποκαταστάθηκαν.
Χθες, η αναβαση μου στα Επινιανά ήταν κάτι που συνέβη λόγω του ότι είχε έρθει πια το πλήρωμα του χρόνου, που λέμε. Εκατό χρόνια μετά τη γέννηση αυτού του ανθρώπου, ο εγγονός του επισκέφτηκε για πρώτη φορά το μέρος που γεννήθηκε ο παππούς του. Με τον δύσκολο τρόπο. Με το ποδήλατο.
Δεν έχω να περιγράψω πολλά μιας και είμαι ακόμα συγκινημένος και το χέρι μου, ακομα και τώρα που γράφει αυτές τις γραμμές, τρέμει. Θα πω μόνο αυτό: ο ουρανός ηταν κατάμαυρος, η καταιγίδα ήταν προ των πυλών, αλλά με περίμενε μέχρι να φτάσω και να φύγω ειρηνικά χωρίς να κινδυνευσω. Και την ώρα που πήρα τη μεγάλη κατηφόρα της επιστροφής, μερικές σταγόνες εσταξαν στο πρόσωπο μου. Μα δεν ήταν σταγόνες βροχής.
Είμαι σίγουρος ότι από τα σύννεφα δεν έπεσαν ψιχαλες. Αυτό που με δρόσισε ήταν τα δάκρυα ενός μωρού. Ήταν τα ίδια δάκρυα που εκατό χρόνια πριν είχαν κυλήσει για πρώτη φορά από τα μάγουλα ενός νεογέννητου βρέφους εκεί, στα Επινιανά.
Αργά το βράδυ, μετά από σχεδόν τριακόσια χιλιόμετρα, επέστρεψα στο χωριό μας, στο Λεσίνι. Στο σπίτι που μένω, που είναι το σπίτι που έχτισε με τα χέρια του κάποτε ο παππούς μου.
Αγαπημένε μου γέροντα, χτες γιόρτασα με τον τρόπο που σου πρέπει τον ένα αιώνα από τη γέννηση σου. Πήγα στο σπίτι που γεννήθηκες και επέστρεψα στο σπίτι που πέθανες. Ώρα καλή.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου